Πολλή συζήτηση γίνεται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα για τα άτομα τα οποία μεσολαβούν κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας προσφύγων και μεταναστών με ελληνικές δημόσιες αρχές και υπηρεσίες (διαδικασίες ασύλου, νοσοκομεία, σχολεία κτλ). Στους χώρους της μετάφρασης και της διερμηνείας, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, δεν είναι λίγες οι φορές που έχει τεθεί το ερώτημα αν τα άτομα αυτά μπορούν να καλούνται διερμηνείς ή όχι, αν είναι –κι αν πρέπει ή μπορούν να είναι− καταρτισμένοι επαγγελματίες και αν γενικά έχουν μερίδιο στη σύγχρονη αγορά μετάφρασης και διερμηνείας. Μάλιστα, ένα από τα κεντρικά θέματα συζητήσεων στο διεθνές ακαδημαϊκό συνέδριο 2016 της Ευρωπαϊκής Εταιρίας Μεταφρασιολογίας (European Society for Translation Studies) ήταν οι λεγόμενοι non-professional interpreters∙ ειδικότερα: το καθεστώς, οι ρόλοι τους και το πώς θα ήταν θεμιτό να ονομάζονται.

Όσον αφορά την ονομασία, στο πλαίσιο του παραπάνω συνεδρίου, η πλειοψηφία πρότεινε να αντικατασταθεί οπωσδήποτε ο όρος «μη-επαγγελματίες διερμηνείς» με κάποιον άλλον, καθώς κανείς δε θέλει να αποκαλείται κάτι που «δεν είναι». Όπως προτάθηκε συμπερασματικά, τα άτομα που απασχολούνται σε αυτές τις υπηρεσίες στη διαδικασία της επικοινωνίας, δε θα πρέπει να μελετηθούν σε σύγκριση με τους διερμηνείς συνεδρίων, οι οποίοι εργάζονται σε ένα εντελώς διαφορετικό εργασιακό πλαίσιο. Αντίθετα θα πρέπει να μελετηθούν ως ένα νέο επάγγελμα με σημεία αναφοράς που θα προκύπτουν από το συγκεκριμένο εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Ενδεικτικά, σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το επάγγελμα αυτό χαρακτηρίζει μια οριοθετημένη ευελιξία∙ ο κοινοτικός διερμηνέας/διαμεσολαβητής μπορεί και πρέπει να παρεμβαίνει για να προλαμβάνει ή να επιλύει συγκρούσεις ή παρεξηγήσεις λόγω διαπολιτισμικών διαφορών –σε καμιά περίπτωση όμως για να μεροληπτήσει υπέρ ή κατά μιας κατάστασης ή για να εκφράσει έμμεσα δικές του πεποιθήσεις. Στην Ελλάδα, ειδικότερα, έχει αρχίσει να καθιερώνεται τα τελευταία χρόνια η ονομασία «Διαπολιτισμικοί Μεσολαβητές» ή «Κοινοτικοί Διερμηνείς».

Ας μη μείνουμε, όμως, στο όνομα. Πρόκειται για μια ουσιαστική ανάγκη. Από τη μία οι χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες που φτάνουν στη χώρα μας θέλουν οπωσδήποτε να επικοινωνήσουν για να καλύψουν τις φυσικές τους ανάγκες (τροφή, νερό, υγιεινή κα.) αλλά και για να κάνουν χρήση των δικαιωμάτων τους (αίτηση ασύλου, συζήτηση για ένα πρόβλημα υγείας με τον γιατρό κα.). Από την άλλη, το ελληνικό κράτος οφείλει να λειτουργεί δημοκρατικά και σύμφωνα με τις εθνικές, ευρωπαϊκές και διεθνείς νομοθεσίες που το δεσμεύουν. Γι’ αυτό τον λόγο οφείλει να εξασφαλίζει την ορθή επικοινωνία μεταξύ αυτών που προσφέρουν και εκείνων που λαμβάνουν τις υπηρεσίες του. Στο πλαίσιο της εντεινόμενης προσφυγικής κρίσης, αντιλαμβανόμαστε όλοι εύκολα ότι αυτή η ανάγκη για αποτελεσματική διαπολιτισμική επικοινωνία γίνεται καθημερινά ολοένα και πιο επιτακτική.

Πώς καλύπτεται αυτή η ανάγκη προς το παρόν στην Ελλάδα; Σύμφωνα με την έρευνα που διεξήγαμε το 2016 στην Ελλάδα με τον συνάδελφο Αναστάσιο Ιωαννίδη, στη χώρα προσφέρονται μόνο ελάχιστα και πολύ σύντομα προγράμματα εκπαίδευσης, στο πλαίσιο ΜΚΟ και όχι επίσημων εκπαιδευτικών φορέων, με αποτέλεσμα, ως επί το πλείστον όσοι απασχολούνται ως κοινοτικοί διερμηνείς/διαπολιτισμικοί μεσολαβητές να μην είναι εξειδικευμένα καταρτισμένοι. Όσοι εργάζονται σε αυτές τις θέσεις δεν επιλέγονται σύμφωνα με τις σπουδές τους και την επαγγελματική τους εμπειρία, άλλα με κριτήριο απλώς την καταγωγή τους ή το γεγονός ότι εκφράζουν το ενδιαφέρον να απασχοληθούν ως διερμηνείς.  Εν τω μεταξύ, μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2016 δεν υπήρχε σχετική επαγγελματική ένωση ώστε να οριοθετηθεί με κάποιον τρόπο η αθρόα πρόσληψη ατόμων χωρίς καμία –έστω στοιχειώδη− σχετική εκπαίδευση ή προϋπηρεσία σε θέσεις εργασίας με τόσο μεγάλη βαρύτητα (πλέον υπάρχει η νεοσύστατη Ελληνική Ένωση Διερμηνέων-Μεταφραστών-Διαπολιτισμικών Μεσολαβητών Σπάνιων Γλωσσών ΕΛΕΝΔΙΜΕΣΓ). Από την άλλη, ελλείψει μια τέτοιας ένωσης, οι εκπρόσωποι κρατικών υπηρεσιών δε γνωρίζουν πού μπορούν να απευθυνθούν για να προσλάβουν επαγγελματίες κοινοτικούς διερμηνείς. Αυτό το κενό καλύπτεται με αποσπασματικό τρόπο από διάφορες ΜΚΟ που αναλαμβάνουν τον ρόλο του επίσημου εργοδότη. Όποτε μια δημόσια υπηρεσία χρειάζεται κοινοτικούς διερμηνείς, αναρτάται απλώς αγγελία στην εφημερίδα και τα άτομα επιλέγονται συνήθως βάσει σχολίων που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα.

Αφού προσληφθούν, υπό ποιες συνθήκες απασχολούνται; Η θέση τους φυσικά δεν είναι μόνιμη∙ υπογράφουν 6μηνες ή στην καλύτερη περίπτωση ετήσιες συμβάσεις. Πληρώνονται κατά μέσο όρο 650-700 ευρώ μηνιαίως (συνήθως οι υπερωρίες δεν πληρώνονται),  ενώ στην πράξη τα καθήκοντά τους δεν περιλαμβάνουν μόνο υπηρεσίες διερμηνείας, αλλά και πολλές άλλες οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με το αντικείμενο (οδηγοί, γραμματείς, μεταφορείς κα).  Επιπλέον, σύμφωνα με ανεπίσημα αποτελέσματα της έρευνάς μας, ενώ μέχρι πριν δύο χρόνια απασχολούνταν περίπου 50-70 άτομα στη χώρα ως κοινοτικοί διερμηνείς, σήμερα, στο πλαίσιο της προσφυγικής κρίσης, ο αριθμός αυτός φτάνει τα 700-800 άτομα. Όπως εύκολα αντιλαμβανόμαστε, οι συνθήκες αυτές ευνοούν το να απασχολείται ο οποιοσδήποτε οπουδήποτε, απλά και μόνο για να έχουμε (;) την ψευδαίσθηση ότι παρέχουμε στοιχειώδεις υπηρεσίες που εξασφαλίζουν την ομαλή επικοινωνία και κατά συνέπεια το σεβασμό των δικαιωμάτων των προσφύγων και των μεταναστών.

Πώς θα βελτιωθούν οι συνθήκες κοινοτικής διερμηνείας στην Ελλάδα; Αυτό το ερώτημα χωρά πολύ περισσότερη κουβέντα από ό,τι τα προηγούμενα. Συνοπτικά ας αναφερθούμε στα αυτονόητα. Δεν μπορούμε να έχουμε επαγγελματίες, χωρίς ολοκληρωμένα προγράμματα εκπαίδευσης κοινοτικών διερμηνέων/διαπολιτισμικών μεσολαβητών. Δεν μπορούμε να έχουμε σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ίση μεταχείριση όλων, όταν στερούμε από ανθρώπους στη χώρα το δικαίωμα στη σωστή επικοινωνία. Δεν μπορούμε να ονομάζουμε διερμηνέα όποιον ξέρει απλώς δυο γλώσσες και δεν μπορούμε να αποκαλούμε διαμεσολαβητή όποιον γνωρίζει σε βάθος δυο πολιτισμούς. Δεν έχει κανένα νόημα καμία από τις υπηρεσίες και τις δημοκρατικές διαδικασίες  που μπορεί να εξασφαλίσει ένα κράτος, αν αυτός που λαμβάνει τις υπηρεσίες δεν καταλαβαίνει τι τον ρωτούν και τι πληροφορίες του δίνουν. Συνεπώς, η πρώτη αναγκαία κίνηση για τη βελτίωση των συνθηκών είναι η εξασφάλιση ολοκληρωμένης εκπαίδευσης κοινοτικών διερμηνέων, η οποία θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, οπωσδήποτε ζητήματα δεοντολογίας, αλλά και το ευαίσθητο κομμάτι της ψυχολογίας και της ορθής της διαχείρισης κατά τη διάρκεια συναισθηματικά έντονα φορτισμένων συνομιλιών, όπως είναι συνήθως αυτές οι συνομιλίες που απαιτούν κοινοτική διερμηνεία.

Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την κοινοτική διερμηνεία και το περιεχόμενο της παραπάνω έρευνας, αναμένετε προσεχώς άρθρο από το blog της ΠΕΕΜΠΙΠ.

Ζωή Ρέστα

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Furmanek, Olgierda & Tipton, Rebecca (2016). Dialogue Interpreting: A guide to Interpreting in Public Services and the Community. New York: Routledge.
  • Inghilleri, Moira (2005). “Mediating zones of uncertainty. Interpreter agency, the interpreting habitus and political asylum adjudication.” The Translator 11 (1): 69-85.
  • Ioannidis, Anastasios & Resta, Zoi (2016). “Professionalization opportunities for community interpreting in Greece: a sociological approach.” 8th EST Congress 2016, 14th to 18th September 2016, Aarchus. Book of abstracts: 215.
  • Pöchhacker, Franz (2007). Dolmetschen: Konzeptuelle Grundlagen und deskriptive Untersuchungen. Tübingen: Stauffenburg.
  • Prunč, Erich (2011). “Differenzierungs- und Leistungsparameter im Konferenz- und Kommunaldolmetschen.” Claudia Kainz, Erich Prunč & Rafael Schögler (eds). Modelling the field of community interpreting: Questions of methodology in research and training. Dunaj, Berlin: LIT, 21-44.
  • Tseng, J. (1992). “Interpreting as an emerging profession in Taiwan- A sociological model,” MA Thesis. Fu Jen Catholic University, Taipeh.