Είναι οι προσωπικές ιστορίες και η μαγεία που ξεπερνά την πρακτική ανάγκη.
Είναι σαν να κάθεσαι σε ασπροβαμμένο πεζούλι και να φοράς σανδάλια.

Η εκμάθηση ξένων γλωσσών είναι μια δραστηριότητα που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο απασχολεί σχεδόν όλους τους ανθρώπους. Κι αυτό, όχι γιατί η μητρική γλώσσα όλων μας δεν μας αρκεί. Μια γλώσσα από μόνη της είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Ένας κόσμος που περιλαμβάνει σκέψεις, συναισθήματα, εικόνες, εμπειρίες, επικοινωνία ή και συνήθειες. Όπως πολύ γλαφυρά το τοποθετεί ο Paavo Haavikko, ο διάσημος Φινλανδός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, ο οποίος σημειώνει συγκεκριμένα για τα φινλανδικά ότι «δεν είναι γλώσσα, είναι η συνήθεια να κάθεσαι άκρη άκρη σ’ ένα παγκάκι φορώντας ένα σκούφο ως τ’ αφτιά». Τα ελληνικά, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να είναι η συνήθεια να κάθεσαι σε ασπροβαμμένο πεζούλι και να φοράς σανδάλια. Τόσες ανθρώπινες συνήθειες όσες κι οι γλώσσες των ανθρώπων.

Η γλώσσα, λοιπόν, είναι ένας κόσμος ολόκληρος που οργανώνεται μέσα από την ίδια την κινητήριο δύναμή του, μια δύναμη που άλλοτε είναι κοινόχρηστη κι ομαδική κι άλλοτε μοναχική και αποκλειστικό προνόμιο μιας ιδιωτικότητας που δεν αφήνει περιθώρια παρέμβασης στους άλλους. Γιατί, πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να περιγράψουμε την ανεπανάληπτη ιδιότητα της γλώσσας να μας προσφέρει αυτή την αγαλλίαση μετά από μια ωραία συζήτηση με άλλους ανθρώπους; Και πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να περιγράψουμε την επίσης μοναδική ιδιότητα της γλώσσας να υπάρχει εντός του μυαλού μας με μη εκπεφρασμένες σκέψεις; Με λέξεις, προτάσεις, ακόμα και σημεία στίξης που ποτέ δεν θα ακουστούν, γιατί και μόνο στη σκέψη ότι η γλώσσα εντός μας μπορεί να ακουστεί, ντρεπόμαστε, πιάνουμε τη γόμα του μυαλού μας και σβήνουμε τις λέξεις και τις προτάσεις που με πλήρη διαύγεια και μαεστρία λίγο πριν είχαμε συντάξει.

Ας φανταστούμε τώρα, ότι αυτές οι μαγικές ιδιότητες μπορούν να πολλαπλασιαστούν. Πέραν της μητρικής μας, πολλές ακόμα γλώσσες μπορούν να βρουν καταφύγιο και από εκεί και πέρα έναν τόπο εξέλιξης, καλλιέργειας και ανάπτυξης μέσα στο μυαλό μας. Πολύ συχνά πρόκειται για βίαιη εγκατάσταση, εξαναγκαστική τοποθέτηση και έξωθεν επιβαλλόμενη δραστηριότητα. Αν δεν υπήρχε η ανάγκη τότε καμία προσωπική θέληση δεν θα οδηγούσε στην εκούσια εκμάθηση μια γλώσσας. Είναι όμως και κάτι άλλες φορές που το κίνητρο εκμάθησης μιας άλλης γλώσσας μπορεί να είναι τόσο γοητευτικό και αξιοθαύμαστο, που τότε λες, ναι, καλύπτει και ξεπερνά οποιαδήποτε ανάγκη δημιουργείται κάθε φορά.

Κι εξηγούμαι: Η ανάγκη μετανάστευσης σε μια άλλη χώρα, η άτακτη κι εξαναγκαστική μετακίνηση ή η επαγγελματική αποκατάσταση ακόμα κι εντός της χώρας, όπου επίσημη γλώσσα είναι αυτή που έμαθες από τη μαμά σου, είναι κάποιοι από τους λόγους που εκμηδενίζουν το πραγματικό μεράκι να μάθουμε μια άλλη γλώσσα και να διευρύνουμε τον κόσμο μας. Όσοι ξεκινούν με αυτά τα κίνητρα, που εκ των πραγμάτων δεν αφήνουν πολλά περιθώρια επιλογής, αλλά καταφέρνουν να τα ξεπεράσουν στην πορεία, τότε είναι η ίδια η μαγεία της γλώσσας που συμβάλει προς μια τέτοια κατεύθυνση. Είναι το αφυπνιζόμενο πνεύμα, το οποίο η ίδια η γλώσσα αφυπνίζει, που δεν μπορεί πια να δει την εκμάθηση ως καταναγκαστικό έργο ή ως απώτερο σκοπό μιας πρακτικής αναγκαιότητας.

Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν οι μαθητές της Άρσις Κοζάνης, της Κοινωνικής Οργάνωσης Υποστήριξης Νέων. Άνθρωποι που κατάγονται από την Αλβανία, τη Ρουμανία, τη Γεωργία κ.α κι η ζωή τούς έφερε στην Κοζάνη. Σε μια πόλη της βορειοδυτικής Ελλάδας που, εκτός από τα ελληνικά της, μιλά και τη δική της ντοπιολαλιά. Άνθρωποι που ζουν κι εργάζονται στην Ελλάδα από 5 μέχρι και 20 χρόνια. Άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικών επαγγελμάτων που συναντιούνται κάθε εβδομάδα και γίνονται μια ομάδα για να βελτιώσουν τα ελληνικά τους.

Μιλούν ελληνικά, αυτός είναι ο κοινός τους κόσμος τώρα. Μιλούν γρήγορα και καλά, τόσο καλά που γρήγορα καταλαβαίνεις ότι προτιμούν να σου μιλούν για θέματα που απασχολούν τους ίδιους, ακόμα και για τα πιο προσωπικά και οικογενειακά τους, παρά να ακούν τις ιστορίες των άλλων. Μιλούν και πίσω από τα λόγια τους προβάλει ένας άλλος ήχος. «Δεν μπορώ να πω καλά τις λέξει που έχουν ‘θ’ γιατί στα αλβανικά δεν υπάρχει», λέει η Αφροδίτη και είναι τόσο γοητευτικό που δεν μπορεί να πει αυτό το ‘θ’ που τη δυσκολεύει, ενώ λίγο πριν είχε κάνει τόσο πετυχημένο χιούμορ στα ελληνικά το οποίο κάποιοι από τους υπόλοιπους αντιλήφθηκαν και γέλασαν ενώ κάποιοι άλλοι όχι. Εκεί που σταματούν να μιλούν είναι όταν θεωρούν πιο σημαντικό να τους εξηγήσεις γιατί υπάρχει η λέξη «πολύ» και η λέξη «πολλή» αφού είναι ίδιες. Η γραμματική τούς συνεπαίρνει και καταλαβαίνουν τη διαφορά. Συζητάμε για ομόηχες λέξεις και τελικά βρίσκουν ωραίες τις λέξεις με όμοιο ήχο: «Αν καταλαβαίνουμε τη διαφορά στις λέξεις με ίδιο ήχο, τότε ξέρουμε ελληνικά, ε;», ρωτάει ένας άλλος σπουδαστής, μάλλον ρητορικά, αφού είναι ήδη πεπεισμένος για την απάντηση.

Γράφουν όμως αργά και η γραφή τους συνοδεύεται συνεχώς με ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με τα ήτα και τα γιώτα της ελληνικής, τα όμικρον και τα ωμέγα που τους μπερδεύουν. Συχνά παραλείπουν γράμματα ή θυμούνται τα σχολικά βιβλία των παιδιών τους, «εκεί όπου έδειχνε έναν ήλιο, ναι, θυμάμαι με ήτα γράφεται στην αρχή ο ήλιος. Το εξηγούσα στην κόρη μου που πάει Α’ δημοτικού». Ρώτησα αν βοηθούν τα παιδιά τους στο σχολείο και όσοι έχουν παιδιά απάντησαν θετικά, «είναι ένας τρόπος να μάθουμε κι εμείς ελληνικά» απάντησαν οι περισσότεροι. Τους φαντάστηκα να κρατούν το βιβλίο και να εξετάζουν τις γνώσεις ελληνικών των παιδιών τους, επιβεβαιώνοντας αν ήταν έτοιμα ή όχι για το σχολείο σε μια άλλη γλώσσα από αυτή των βιβλίων τους.

Στα ερωτηματολόγια που συμπλήρωσαν στο τέλος του πρώτου μαθήματος η πρώτη ερώτηση τούς ζητούσε να αναφέρουν γιατί μαθαίνουν ελληνικά. Στην απάντηση αυτής της ερώτησης η φράση που αναφέρθηκε, όχι στις περισσότερες αλλά σε όλες τις περιπτώσεις, ήταν «γιατί μ’ αρέσει». Καμία πρακτική ανάγκη. Τουλάχιστον καμία πρακτική ανάγκη σε προτεραιότητα. Ο βασικός λόγος και το ουσιαστικό κίνητρο είναι ότι «μας δίνεται μια ευκαιρία να μάθουμε μια γλώσσα και είναι ντροπή να μην το κάνουμε». Έτσι αυθόρμητα, αισιόδοξα και με σθένος αποφασίζουμε να διευρύνουμε τον κόσμο μας.