«Μπορείς ιαπωνικά;» θα μετέφραζε κάποιος κατά λέξη την παραπάνω ερώτηση. Εμείς θα λέγαμε, «Ξέρεις ιαπωνικά;»

Προλαβαίνοντας μια από τις πιο συνηθισμένες ερωτήσεις που θα ακούσει ένας σπουδαστής Ιαπωνικών, «όχι, τα Ιαπωνικά δεν είναι ίδια με τα Κινέζικα, ούτε με τα Κορεάτικα. Ναι, ακόμα κι αν τα Ιαπωνικά μοιράζονται κάποια ιδεογράμματα με την κινέζικη γλώσσα, τόσο η χρήση, όσο και η προφορά τους διαφέρουν εξ ολοκλήρου».

Ιαπωνικός κινηματογράφος, λογοτεχνία και ποίηση, θέατρο Noh και Kabuki, τελετή του τσαγιού, πολυάριθμες παραδοσιακές πολεμικές τέχνες, anime, manga, ακραίες τάσεις μόδας και τελευταία τεχνολογία. Πολιτισμικό και γλωσσολογικό το ενδιαφέρον, αλλά και πρόκληση εκμάθησης μιας από τις δυσκολότερες γλώσσες στον κόσμο. Δεκάδες είναι οι λόγοι για να ενδιαφερθεί κανείς για την Ιαπωνική κουλτούρα και γλώσσα.
Εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας σημαίνει γνωριμία με την κουλτούρα και τον νοοτροπία της εκάστοτε χώρας και πολιτισμού. Όταν η γλώσσα που προσπαθούμε να γνωρίσουμε προέρχεται από ένα πολιτισμικό περιβάλλον τόσο διαφορετικό από το δικό μας, το ενδιαφέρον εστιάζεται σε επιπλέον επίπεδα, ξεκινώντας από τη βάση, τα θεμέλια της οικοδόμησης της γλώσσας.

Ξεκινώντας από την μορφολογία και την νοοτροπία της γλώσσας, καταλήγοντας στην εκμάθηση και διδασκαλία της, θα γίνει η προσπάθεια παρουσίασης των πιο αντιπροσωπευτικών στοιχείων της Ιαπωνικής γλώσσας και τρόπου σκέψης.

Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της ιαπωνικής γλώσσας;

Γραφή:

Συνήθως, η εκμάθηση μιας γλώσσας ξεκινάει από τον γραπτό κώδικα, την αλφάβητο. Στην περίπτωση της ιαπωνικής γλώσσας, ο γραπτός κώδικας αποτελείται από τρεις διαφορετικούς τρόπους γραφής, τα hiragana, τα katakana και τα kanji, οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό για την παραγωγή γραπτού λόγου. Παρατηρώντας την Εικόνα 1, διακρίνουμε τον κάθε έναν από τους τρεις τρόπους γραφής. Τα kanji (ιδεογράμματα), μπορούν να χαρακτηριστούν σαν «εικονίτσες» που αναπαριστούν λέξεις ή τμήματα λέξεων. Για παράδειγμα, τα δύο πρώτα ιδεογράμματα της εικόνας, σχηματίζουν την λέξη ‘Ιαπωνία’ (日本- Nihon). Τα ιδεογράμματα που χρησιμοποιούνται είναι το 日 και το 本. Το πρώτο ιδεόγραμμα συμβολίζει τον ‘ήλιο’ ή την ‘ημέρα’ (διαβάζεται hi, ni, nichi, jitsu), ενώ το δεύτερο έχει την έννοια της ‘προέλευσης’, της ‘ρίζας’ (διαβάζεται hon και moto).

*Αν έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί ονομάζουμε την Ιαπωνία ‘χώρα του ανατέλλοντος ηλίου’, μάλλον θα χαμογελάσετε μόλις συνειδητοποιήσετε πως τα δύο ιδεογράμματα που συνθέτουν το όνομα της σημαίνουν: ‘προέλευση του ήλιου’, ‘εκεί που βγαίνει ο ήλιος’.

Όμως, επιστρέφοντας στην Εικόνα 1, οι «εικονίτσες» δεν είναι παρά κάποια από τα σύμβολα που απαρτίζουν το κείμενο. Παρατηρώντας προσεκτικά τη σειρά των γραμμάτων, θα προσέξουμε πως υπάρχουν κάποια πιο στρογγυλά και περίπλοκα γράμματα κι άλλα πιο τετραγωνισμένα και απλά. Ο λόγος στους δύο άλλους τρόπους γραφής, τα hiragana και τα katakana.

Αμέσως μετά τα πρώτα δύο kanji, βλέπουμε ένα παράξενο σύμβολο: το wo – を. Το wo είναι ένα εκ των 46 βασικών hiragana και χρησιμοποιείται ως μόριο. Στρέφοντας την προσοχή μας στο τέλος της πρώτης σειράς, λίγο πριν την μικρή τελεία στη μέση της γραμμής, θα δούμε τον τρίτο τρόπο γραφής, τα katakana. Στο συγκεκριμένο σημείο αναγράφεται ‘アメリカ’ (Amerika[1]), που δεν είναι άλλο από την λέξη ‘Αμερική’.

Τόσο τα hiragana, όσο και τα katakana είναι σύνολα γραμμάτων-συλλαβών, τα οποία αποτελούνται από 46 βασικούς χαρακτήρες (ή 71 χαρακτήρες, συμπεριλαμβανομένων των σύνθετων). Ο τρόπος σύνθεσης τους ακολουθά τον κανόνα χρήσης των βασικών φωνηέντων (a, i, u, e, o), προσθέτοντας ένα σύμφωνο για την δημιουργία συλλαβών (Εικόνα 2). Παρατηρούμε πως και στους δύο τρόπους γραφής αντιστοιχούν οι ίδιοι τρόποι ανάγνωσης.

Πού χρησιμοποιείται το κάθε σύνολο γραμμάτων-συλλαβών:

Τα hiragana εκφράζουν γραμματικούς και συντακτικούς τύπους, χρησιμοποιούνται στις καταλήξεις Εικόνα 2 Πίνακας Hiragana – Katakanaρημάτων και επιθέτων (okurigana), στις συνδετικές λέξεις και μόρια (joshi), στην καταγραφή λέξεων που δεν αντικαθίστανται από kanji ή που τα kanji που αντιστοιχούν είναι είτε σπάνια, είτε ανώτερου επιπέδου από του κειμένου που συντάσσεται, αλλά και ως οδηγός ανάγνωσης των ιδεογραμμάτων (furigana).

Τα katakana είναι ο τρόπος μεταγραφής των ξένων λέξεων στην ιαπωνική γλώσσα (όπως η λέξη ‘Αμερική’, παραπάνω), χρησιμοποιούνται στην απόδοση έμφασης (αλλάζοντας τα hiragana σε katakana), αλλά και στην απόδοση της ονοματοποιίας (πχ. ドキドキ – doki doki: ο ήχος της καρδιάς) και την απεικόνιση των ήχων. Ένα kanji μπορεί να «διαβαστεί» (αναπαρασταθεί) με hiragana και katakana, κυρίως για λόγους εξάσκησης, μέχρι την εκμάθηση των ιδεογραμμάτων που αντικαθιστούν τα εκάστοτε γράμματα[2].

Γιατί δεν χρησιμοποιούνται μόνο hiragana;

Καθένας από τους τρεις τρόπους γραφής εξυπηρετεί διαφορετικούς ρόλους στον γραπτό λόγο. Ένα κείμενο χωρίς ιδεογράμματα θα ήταν μονάχα μια ακατάληπτη σειρά γραμμάτων. Επιπλέον, το γεγονός πως τα Ιαπωνικά, όντας συλλαβική γραφή, έχουν περιορισμένη γκάμα συνδυασμού συλλαβών, οδηγεί στο φαινόμενο κοινής εκφοράς λέξεων με εξολοκλήρου διαφορετική σημασία. Ο συνδυασμός των ιδεογραμμάτων με τα hiragana βοηθά στον διαχωρισμό των λέξεων/ιδεών από τα γραμματικά και συντακτικά φαινόμενα. Η απουσία ιδεογραμμάτων θα οδηγούσε αυτόματα σε παρανόηση ή δυσκολία κατανόησης του κειμένου.

Αν και το περιεχόμενο της πρότασης οδηγεί στην κατανόηση των επιμέρους λέξεων, τα ιδεογράμματα λειτουργούν όπως η ορθογραφία στα Ελληνικά. Στην πρόταση «Γνώρισα τον καλύτερο μου φύλλο στο σχολείο» η λέξη ‘φύλλο’ είναι λανθασμένη ορθογραφικά, και οδηγεί σε λανθασμένες συνειρμικές αντιστοιχίες. Παρά το γεγονός ότι απορρίπτεται ο συνειρμός ότι ‘αυτός που γνώρισα στο σχολείο ήταν ένα φύλλο δέντρου’ και αντικαθίσταται νοητικά από την σωστή ορθογραφία και σημασία, η ελληνική γλώσσα χρειάζεται την σωστή ορθογραφία για την πλήρη κατανόηση του κειμένου. Με τον ίδιο τρόπο λειτουργούν και τα Ιαπωνικά, με τα ιδεογράμματα να αποτυπώνουν την «ορθογραφημένη» ιδέα στο χαρτί. Ένα παράδειγμα αποτελεί το ρήμα ‘kaeru’ στην απλή μορφή ενεστώτα, το οποίο μπορεί να σημαίνει ‘επιστρέφω’, ‘αλλάζω’, ‘αντικαθιστώ’, ανάλογα με το kanji με το οποίο γράφεται[3].

Ωστόσο, αν και στην ελληνική, όπως και σε άλλες γλώσσες, ακολουθούνται ορισμένοι κανόνες ορθογραφίας, στην Ιαπωνική γλώσσα τα ιδεογράμματα που χρησιμοποιούνται και είναι επισήμως αναγνωρισμένα, αγγίζουν τις 2.500. Επιπλέον, το γεγονός ότι το κάθε ιδεόγραμμα έχει, κατά κανόνα, τουλάχιστον δύο αναγνώσεις, καθιστά τη γνώση και τη δυνατότητα αναγνώρισης και ανάγνωσης ενός κειμένου στα ιαπωνικά, μια διαδικασία περιπλοκότερη και, κατ’ ουσία, δυσκολότερη των αλφαβητικών γλωσσών.

*Στην αρχή εκμάθησης της Ιαπωνικής γλώσσας, κάθε σπουδαστής αναρωτιέται γιατί πρέπει να μάθει kanji, αφού μπορεί, απλά, να χρησιμοποιήσει τα hiragana στη θέση τους. Μόλις καταλάβει πως υπάρχουν εκατοντάδες κοινές αναγνώσεις των kanji, δεν μπορεί να διανοηθεί να διαβάσει οποιοδήποτε κείμενο χωρίς ιδεογράμματα.

Γιατί υπάρχουν πολλές αναγνώσεις ενός kanji;

Η εμφάνιση των πρώτων γραπτών κειμένων στην ιαπωνική γλώσσα τοποθετείται στον 8ο αιώνα, στην περίοδο Heian (794-1185). Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου κι ενώ τα κινέζικα επηρέαζαν, σε μεγάλο βαθμό, την ιαπωνική γλώσσα, κυρίως σε επίπεδο λεξιλογίου, ξεκίνησαν να δημιουργούνται τα πρώτα ιαπωνικά συστήματα γραφής, τα οποία προέρχονταν από την απλοποίηση των κινέζικων ιδεογραμμάτων[4].

Τα ιδεογράμματα που χρησιμοποιούνται πλέον στην ιαπωνική γλώσσα είναι δάνεια από την κινεζική γλώσσα, αλλά και το αποτέλεσμα μέσα από την τροποποίηση τους ανά τους αιώνες. Ωστόσο, αν και οι ομοιότητες των δύο συνόλων ιδεογραμμάτων είναι πολλές, τόσο η χρήση όσο και η ανάγνωση τους διαφέρουν. Τα περισσότερα από τα ιαπωνικά ιδεογράμματα έχουν τουλάχιστον δύο τρόπους ανάγνωσης: την ιαπωνική (kunyomi) και την κινέζικη (onyomi). Κατά κανόνα, η ιαπωνική ανάγνωση των ιδεογραμμάτων χρησιμοποιείται όταν το ιδεόγραμμα αναπαριστά, αυτούσιο, μία λέξη, ενώ η κινέζικη ανάγνωση προκύπτει στον συνδυασμό των ιδεογραμμάτων για τη δημιουργία μίας λέξης. Για παράδειγμα, η λέξη ‘αυτοκίνητο’, αναπαρίσταται στα ιαπωνικά ως 車 και διαβάζεται ‘kuruma’. Η λέξη ‘τρένο’ προκύπτει από το συνδυασμό της λέξης ‘ηλεκτρισμός’ (電) με τη λέξη ‘αυτοκίνητο’ (δηλαδή, η ιδέα είναι ‘ηλεκτρικό αυτοκίνητο/όχημα’). Το ‘τρένο’, στα ιαπωνικά, γράφεται 電車 και διαβάζεται (densha: den: ηλεκτρισμός, sha: αυτοκίνητο/όχημα). Επομένως, η ιαπωνική ανάγνωση του 車 είναι ‘kuruma’, ενώ η κινέζικη ‘sha’. Πολλές είναι οι περιπτώσεις που ένα kanji έχει παραπάνω από μία ιαπωνικές και κινέζικες αναγνώσεις, γεγονός που καθιστά την ανάγνωση και γραφή των Ιαπωνικών το πιο απαιτητικό κομμάτι τους.

Γλωσσολογικά και Πολιτισμικά Χαρακτηριστικά:

Πέρα από την απαιτητικότητα της γραφής της, η Ιαπωνική γλώσσα συγκεντρώνει πλήθος χαρακτηριστικών που πηγάζουν από την πολιτισμική σημασία και χρήση της. Είναι γνωστό το γεγονός πως η Ιαπωνία εξακολουθεί να είναι μια ιδιαίτερα ταξική κοινωνία, με την ιεραρχία και το σεβασμό στους ανωτέρους, ηλικιακά και κοινωνικά, να καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση στον τρόπο διαπαιδαγώγησης και σκέψης. Ο σεβασμός και η αναγνώριση της κοινωνικής θέσης που κατέχει τόσο ο ομιλητής, όσο και ο συνομιλητής, εκφράζονται, κυρίως, μέσω του επιπέδου λόγου, των τίτλων ευγενείας και των επιθημάτων που προσαρτώνται στο τέλος των ονομάτων.

Επίπεδα Λόγου:

Στην Ιαπωνική γλώσσα χρησιμοποιούνται τρία διακριτά επίπεδα ευγενείας: teineigo, kenjougo και sonkeigo. Στην Εικόνα 3 παρατηρούμε σχηματικά τα επίπεδα λόγου. Η κατεύθυνση του λόγου είναι από τον τον ομιλητή (ή τον κύκλο του) προς το συνομιλητή.

Στο πρώτο επίπεδο ευγενείας, παρατηρούμε πως οι συνομιλητές βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Το συγκεκριμένο επίπεδο λόγου χρησιμοποιείται στην καθημερινότητα, συνήθως μεταξύ ατόμων που δεν έχουν ιδιαίτερα οικείες σχέσεις, αγνώστους ή άτομα τα οποία δεν γνωρίζουν το ταξικό/κοινωνικό επίπεδο του άλλου. Οι γραμματικοί τύποι και οι εκφράσεις δηλώνουν ευγένεια και μερική απόσταση. Παράδειγμα: Kaigi ni shussheki shimasu. (= θα παρευρεθώ στη συνεδρίαση.) (ρήμα: suru →shimasu): μεταξύ συναδέλφων.

Στο δεύτερο επίπεδο ευγενείας, παρατηρούμε πως ο ομιλητής έχει υποβιβάσει τον εαυτό του σε σχέση με τον συνομιλητή του. Το kenjougo χρησιμοποιείται με στόχο την ένδειξη ταπεινοφροσύνης εκ μέρους του ομιλητή. Χρησιμοποιείται, συνήθως, από υπαλλήλους προς πελάτες, υφισταμένους προς προϊσταμένους τους και μόνο στην περίπτωση που ο ομιλητής αναφέρεται στον εαυτό του. Παράδειγμα: Kaigi ni shusseki itashimasu (= [ταπεινά] θα παρευρεθώ στη συνεδρίαση) (ρήμα: suru →itasu →itashimasu: ειδική μορφή του ρήματος στο 2ο επίπεδο ευγενείας): ο υφιστάμενος στον προϊστάμενο, με θέμα την παρουσία του υφισταμένου στην συνεδρίαση.

Στο τρίτο επίπεδο ευγενείας, παρατηρούμε πως ο ομιλητής, μέσω του λόγου του, εξυψώνει τον συνομιλητή του. Χρησιμοποιείται ως ένδειξη ιδιαίτερου σεβασμού προς τον συνομιλητή, ο οποίος μπορεί να είναι κάποιος προϊστάμενος, γιατρός, δικηγόρος, άτομο υψηλής κοινωνικής (ή/και ηλικιακής) θέσης. Το sonkeigo χρησιμοποιείται μόνο στην περίπτωση που ο ομιλητής αναφέρεται σε μια πράξη του συνομιλητή. Παράδειγμα: Kaigi ni goshusseki nasaimasu ka? (= [θα κάνετε την τιμή] να παρευρεθείτε στην συνεδρίαση;) (ρήμα: suru →nasaru →nasaimasu: ειδική μορφή του ρήματος στο 3ο επίπεδο ευγενείας)→ο υφιστάμενος στον προϊστάμενο, με θέμα την παρουσία του προϊσταμένου στην συνεδρίαση. Όπως φαίνεται στα παραδείγματα, τα επίπεδα λόγου παίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην επικοινωνία. Τα επίπεδα ευγενείας λειτουργούν ως διαφορετικοί τρόποι έκφρασης, χρησιμοποιώντας ρήματα τα οποία διαφέρουν ανάλογα με το επίπεδο ομιλίας (π.χ. πηγαίνω: iku [teineigo], mairu [kenjougo], irassharu [sonkeigo]), αλλά και σχήματα λόγου που εκφράζουν σε διαφορετικά επίπεδα την ευγένεια, το σεβασμό, αλλά και την απόσταση, ανάλογα με την χρήση τους.

Πέρα από τα τρία επίπεδα ευγενείας, στην καθημερινότητα και μεταξύ γνωστών και φίλων χρησιμοποιείται ο απλός τρόπος ομιλίας (kudaketa). Ο συγκεκριμένος τρόπος ομιλίας είναι ο λιγότερο ευγενικός και χαρακτηρίζεται από απλοποιήσεις σε γραμματική, σύνταξη και τρόπο έκφρασης.

*Στην περίπτωση του sonkeigo και του kenjougo, αν και ο ομιλητής μιλά σε ένα ιδιαίτερο επίπεδο λόγου, ο συνομιλητής πολύ συχνά θα απαντήσει με teineigo ή με kudaketa, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που ομιλητής είναι υφιστάμενος.

Τίτλοι Ευγενείας και Επιθήματα

Πέραν του επιπέδου ευγενείας, στην Ιαπωνική γλώσσα χρησιμοποιούνται πλήθος τίτλων ευγενείας και επιθημάτων, ανάλογα με το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται κανείς. Προσαρτώμενα, κατά κανόνα, στο επίθετο του ατόμου στο οποίο απευθύνεται ο ομιλητής (μιας και στην Ιαπωνία η χρήση του μικρού ονόματος γίνεται σε περιπτώσεις πολύ κοντινών και προσωπικών σχέσεων), οι τίτλοι ευγενείας δηλώνουν την σχέση των δύο, όπως και, κατά περίπτωση, την κοινωνική θέση του συνομιλητή.

Οι πιο γνωστοί τίτλοι ευγενείας είναι οι εξής: -san (πιο συχνά χρησιμοποιούμενος τίτλος, δηλώνει το βασικό επίπεδο ευγένειας και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε περίπτωση συνομιλητή), -chan (χρησιμοποιείται για κορίτσια, συνήθως μικρής ηλικίας ή παιδιά μικρής ηλικίας, ανεξαρτήτου φύλου), -kun (χρησιμοποιείται για αγόρια, συνήθως μικρής ηλικίας και πολύ σπανιότερα για νεαρές κοπέλες υφιστάμενες σε κάποια θέση), -sama (δηλώνει πολύ μεγάλο σεβασμό και χρησιμοποιείται σπάνια σε καθημερινές συζητήσεις[5]).

Πέρα από τους βασικούς τίτλους ευγενείας, πλήθος επιθημάτων χρησιμοποιούνται ως ένδειξη θέσης που κατέχει ο συνομιλητής. Για παράδειγμα, το επίθημα -sensei χρησιμοποιείται αναφερόμενοι σε κάποιον γιατρό, δάσκαλο, κτλ, το -senshu προσαρτάται στο όνομα κάποιου αθλητή, το -kaichou χρησιμοποιείται για προέδρους εταιριών κοκ.

*Οι τίτλοι ευγενείας και τα επιθήματα χρησιμοποιούνται αναφερόμενοι στον συνομιλητή και όχι ο ομιλητής για τον εαυτό του. Δηλαδή, αν ο ομιλητής απευθυνθεί στον δάσκαλο Yamada Takeru, θα τον αποκαλέσει ‘Yamada-sensei’, ενώ ο ίδιος ο Yamada, θα συστηθεί ως Yamada Takeru.

Κοινά σημεία και αποκλίσεις της ιαπωνικής και ελληνικής γλώσσας:

Στην ιδιαίτερη περίπτωση της ιαπωνικής γλώσσας, όντας συλλαβική, η κάθε συλλαβή σχηματίζεται από ένα σύμφωνο και ένα φωνήεν[6]. Όπως και στα ελληνικά, τα ιαπωνικά εκφέρονται καθαρά, προφέροντας έντονα τους ήχους των σύμφωνα και φωνηέντων, ενώ λίγες είναι οι αποκλίσεις και οι ιδιαίτερες αναγνώσεις συμπλεγμάτων συλλαβών, οι οποίες ακολουθούν συγκεκριμένους κανόνες προφοράς, οι οποίοι δύναται να διαφοροποιούνται και γεωγραφικά (διάλεκτοι, ιδιόλεκτοι). Σε αντίθεση με τα Κινέζικα και τον ποικίλο τονισμό των φωνηέντων τους, ή την απαιτητική προφορά των Γαλλικών, θα μπορούσαμε να πούμε πως η προφορά στα Ιαπωνικά είναι αντίστοιχα εύκολη με αυτή των Ισπανικών, θεωρώντας ως σημείο αναφοράς την ελληνική γλώσσα.

Ωστόσο, αν και η προφορά των ιαπωνικών μπορεί να θεωρηθεί απλή για τους ελληνόφωνες, στην γραμματική τους συναντώνται ποικίλα φαινόμενα που προσδίδουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στον τρόπο σύνταξης, αλλά και σκέψης. Παρόλο που η βάση της ιαπωνικής γραμματικής είναι πολύ απλή, με την ύπαρξη δύο χρόνων (παρόντος/μέλλοντος και παρελθόντος, τόσο στα ρήματα όσο και στα επίθετα) και την απουσία κλίσεων, αριθμών και γενών, χρησιμοποιείται πλήθος γραμματικών και συντακτικών φαινομένων για την ακριβή αποτύπωση του επιπέδου και της πρόθεσης του ομιλητή και συνομιλητή. Οι λεπτές διακρίσεις των γραμματικών φαινομένων θα μπορούσαν να παρομοιαστούν, για παράδειγμα, με τις αποχρώσεις ανάμεσα στους υποθετικούς συνδέσμους της ελληνικής γλώσσας. Γνωρίζοντας σε βάθος την ελληνική γλώσσα, μπορούμε να κατανοήσουμε πως το ‘αν’ διαφέρει από το ‘σαν’ και το ‘άμα’[7], ακόμα κι αν η απόσταση μεταξύ τους είναι πολύ μικρή. Αντίστοιχα, στην ιαπωνική γλώσσα επιλέγονται αντίστοιχα γραμματικά και συντακτικά φαινόμενα τα οποία προσδίδουν στην πρόταση στοιχεία τέτοια ώστε να μεταδοθεί με απόλυτη ακρίβεια το μήνυμα από τον ομιλητή στον συνομιλητή.

Παρά τη σύγκλιση που μπορεί να παρατηρηθεί στις διακρίσεις ανάμεσα στον τρόπο έκφρασης των Ιαπωνικών και των Ελληνικών, η σύνταξη των δύο γλωσσών διαφέρει απόλυτα. Ενώ στα ελληνικά ακολουθείται ο κανόνας ‘υποκείμενο – ρήμα – αντικείμενο’, η ιαπωνική σύνταξη ακολουθεί τον κανόνα ‘υποκείμενο – αντικείμενο –ρήμα’. Τόσο τα άμεσα ή έμμεσα αντικείμενα, όσο και οι δευτερεύουσες προτάσεις που προσδιορίζουν ένα αντικείμενο, μπαίνουν ενδιάμεσα από το υποκείμενο ή το ‘θέμα της πρότασης’. Η ‘κατάσταση του ρήματος’, δηλαδή το τί εκφράζει το ρήμα, αποτυπώνεται με διαφορετικές καταλήξεις ή γραμματικούς τύπους που προσαρτώνται μετά το θέμα του ρήματος. Για παράδειγμα, θα συγκρίνουμε δύο ελληνικές με δύο ιαπωνικές προτάσεις:

(Εγώ) βλέπω τηλεόραση.(私は)テレビを見ます。

[(Watashi wa) terebi wo mimasu – (Εγώ) τηλεόραση βλέπω.]

Βλέπουμε πως το υποκείμενο ‘εγώ’ (watashi) μπαίνει στην αρχή της πρότασης και μπορεί να παραληφθεί. Το αντικείμενο ‘τηλεόραση’ (terebi) μπαίνει μετά το ρήμα ‘βλέπω’ στα ελληνικά, ενώ πριν το ρήμα (mimasu) στα ιαπωνικά. Τόσο το θέμα της πρότασης όσο και το αντικείμενο «προσδιορίζονται» από τα μόρια που τα ακολουθούν (wa και wo).

(Εγώ) θέλω να πάω στο σχολείο.(私は)学校へ行きたいです。

[(Watashi wa) gakkou e ikitai desu– (Εγώ) στο σχολείο πάω θέλω.]

Η πρόταση αυτή περιέχει το εμπρόθετο σύνολο που δηλώσει κίνηση προς ένα μέρος (στο σχολείο). Στα Ιαπωνικά εκφράζεται με το μέρος όπου κατευθυνόμαστε (gakkou) και η κατεύθυνση δηλώνεται με το μόριο ‘e’. Επιπλέον, η βουλητική πρόθεση του υποκειμένου ‘θέλω να πάω’ εκφράζεται στα ιαπωνικά μετατρέποντας το ρήμα ‘πάω’ (iku) στην βουλητική του μορφή ‘ikitai’[8].

Ένα ακόμα σημείο που αποκλίνουν τα Ιαπωνικά σε σχέση με τα Ελληνικά είναι η φορά γραφής και ανάγνωσης. Τα Ιαπωνικά, σε αντίθεση με τα Ελληνικά, γράφονται από πάνω προς τα κάτω και από τα δεξιά προς τα αριστερά (βιβλία, εφημερίδες, manga, κτλ). Ωστόσο, στις περιπτώσεις που το κείμενο είναι γραμμένο οριζόντια, η φορά του είναι από τα αριστερά προς τα δεξιά (συνήθως σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κείμενο).

Διδασκαλία και Πιστοποίηση ιαπωνικής γλώσσας:

Η Ιαπωνική γλώσσα διδάσκεται και εξετάζεται σε πέντε επίπεδα: Ν5, Ν4, Ν3, Ν2 και Ν1. Η δυσκολία των επιπέδων ορίζεται από το 5 προς το 1, με το Ν1 να αποτελεί το ανώτατο επίπεδο που μπορεί να πιστοποιηθεί από το JPLT (Japanese Proficiency Language Test), την επίσημη παγκόσμια πιστοποίηση της ιαπωνικής γλώσσας. Η απόκτηση του ανώτατου διπλώματος στην ιαπωνική γλώσσα χρειάζεται το λιγότερο πέντε χρόνια διδασκαλίας, ωστόσο συνήθης είναι η διδασκαλία της γλώσσας για τουλάχιστον επτά χρόνια μέχρι την απόκτηση γνώσεων ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου. Σύμφωνα με το Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς για τις Γλώσσες (CEFR – Common European Framework of Reference for languages), τα επίπεδα πιστοποίησης της ιαπωνικής γλώσσας αντιστοιχίζονται σε:

• N5: Α1-Α2 (Beginner)
• Ν4: Α2 (Elementary)
• Ν4 – Ν3: Β1 (Intermediate)
• Ν3 – Ν2: Β1+ (Intermediate plus level)
• Ν2: Β2 (Upper Intermediate)
• Ν1: Β2+ (Upper Intermediate plus level)

Οι εξετάσεις για την Ιαπωνική γλώσσα διεξάγονται, σε παγκόσμιο επίπεδο, δύο φορές τον χρόνο, κάθε Δεκέμβριο και Ιούλιο. Στην Ελλάδα οι εξετάσεις διεξάγονται μία φορά ανά έτος, συγκεκριμένα, στις αρχές Δεκεμβρίου.

Η διδασκαλία των Ιαπωνικών μπορεί να γίνει σε σχολές και εκπαιδευτήρια, με ιδιαίτερα μαθήματα από Ιάπωνες ή Έλληνες καθηγητές, είτε μέσω internet, με τη βοήθεια ιστοσελίδων αυτοδιδασκαλίας. Περισσότερες πληροφορίες για τα μέρη εκμάθησης της Ιαπωνικής γλώσσας θα βρείτε αναρτημένα στην επίσημη σελίδα της Ιαπωνικής Πρεσβείας στην Ελλάδα.

[1] ‘Amerika’ και όχι ‘America’: μεταγραφή σε romaji (ιαπωνικά σε λατινικό αλφάβητο)

[2]Τα katakana δεν αντικαθίστανται από kanji, παρά μόνο σε περιπτώσεις που έχει επικρατήσει η απεικόνιση μιας λέξης με katakana και το αντίστοιχο ιδεόγραμμα είναι πολύ σπάνιο. Στην περίπτωση καταγραφής ενός ιδεογράμματος με το φωνολογικό αντίστοιχο του, χρησιμοποιούνται hiragana.

[3] ‘Kaeru’: 1. 帰る (επιστρέφω), 2. 変える (αλλάζω), 3. 換える (αντικαθιστώ)

[4] Τα hiragana αποτελούν την απλοποιημένη μορφή κινέζικων ιδεογραμμάτων, ενώ τα katakana, με τη σειρά τους, αποτελούν μια απλούστερη μορφή των hiragana.

[5] Μια κοινή χρήση του -sama είναι στο ‘kami-sama’ που σημαίνει ‘θεός’.
[6]Με εξαίρεση το γράμμα ん (‘n’).

[7]Το ‘αν’ θα μπορούσε να θεωρηθεί ο περισσότερο ‘υποθετικός’ εκ των συνδέσμων, με το ‘σαν’ να δηλώνει περισσότερη σιγουριά για την υπόθεση που προτείνεται και το ‘άμα’ να κρύβει το χρονικό ‘όταν’ στην ερμηνεία και χρήση του.

[8] Η βούληση δηλώνεται με την κατάληξη ~tai.
σε κάποια άλλη γλώσσα, διδακτικά βοηθήματα, βιβλία εκμάθησης της γλώσσας, αλλά και διαφημίσεις, κτλ).

Πηγές:
Εικόνα 1: NHK News Web
Council of Europe: Common European Framework of Reference for Languages: Learning, Teaching, Assessment (CEFR)
Sendagaya Japanese Institute: Class Levels

Katerina Tourlou