Μετάφραση από ελληνικά στα ελληνικά; Πλάκα με κάνεις;

Δεν μπορώ να θυμηθώ ακριβώς ποια ήταν η πρώτη φορά που ήρθα αντιμέτωπη με την ανάγκη της γλωσσικής μετάφρασης. Πίεσα το μυαλό μου να ανακαλέσει αυτή την πρώτη στιγμή που με έφερε σε επαφή με αυτό που αργότερα θα γινόταν η δουλειά μου, η έρευνα μου, οι φίλοι μου, η καθημερινότητά μου, ένα κομμάτι της ταυτότητάς μου. Νομίζω τα κατάφερα. Μπορεί να μην είναι με βεβαιότητα η πρώτη φορά που χρειάστηκα τη μετάφραση, αλλά σίγουρα είναι μια από τις πρώτες φορές.

Ήμουν με την οικογένειά μου για διακοπές στο χωριό της μητέρας μου στην Ήπειρο, σε ηλικία περίπου 5 ετών. Μια περαστική γριούλα έπιασε κουβέντα με τη μητέρα μου και της είπε «Τι κάνουν τα τσότσαλα; Αααα!! Αυτά είναι; Να σου ζήσουν!» και τσίμπησε στο μάγουλο εμένα και την αδερφή μου. Θυμάμαι ότι εκείνη τη στιγμή σοκαρίστηκα! Ποια ήταν αυτή η κυρία που με έλεγε «τσότσαλο», είχα καταλάβει την ταύτιση –μα τι είναι αυτό;- και σαν να μην έφτανε ο χαρακτηρισμός, με είχε τσιμπήσει ενοχλητικά. Θυμάμαι ξεκάθαρα ότι όταν απομακρυνθήκαμε, εκνευρισμένη ζήτησα εξηγήσεις από τη μητέρα μου. Γιατί με είχε πει «τσότσαλο»; Άκου «τσότσαλο»! Τότε εκείνη μου εξήγησε ότι στην Ήπειρο τσότσαλο είναι το μικρό παιδί. Κι ανακουφίστηκα.

Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια, στα οποία είχα την ευκαιρία να ζήσω για αρκετό διάστημα σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Παρόλο που οι μεταφραστικές σπουδές μου αφορούν τη μετάφραση μεταξύ αγγλικών, γερμανικών κι ελληνικών, η αλήθεια είναι ότι χρειάστηκε να μεταφράσω πολλές φορές από ελληνικά σε ελληνικά. Ναι, μάλιστα! Από ελληνικά σε ελληνικά. Θα σας το αποδείξω με το πιο απλό, άμεσο παράδειγμα: τον φιλικό χαιρετισμό. Στην Ήπειρο μου λένε «Τι κάνεις, καμάρι;», στη Μεσσηνία «Τι κάνεις, μάνα μου;», στην Κέρκυρα «Τι κάνεις, αγάπη;», στη Θεσσαλονίκη «Πού ‘σαι, βρε καρντάσι;», ενώ στη Μάνδρα (Αττικής) με χαιρετούν φιλικά λέγοντας συνήθως «Πού είσαι, μανάρι;». Αν τέτοια διαφορά παρατηρείται στον χαιρετισμό, μπορείτε να μαντέψετε την τεράστια γλωσσική ποικιλία από μέρος σε μέρος για όλα τα πιθανά θέματα συζήτησης.

Η αλήθεια είναι ότι μέχρι να προσαρμοστώ σε κάθε τόπο, μου έπαιρνε καιρό ακόμα και να καταλάβω τι έλεγε ο καθένας ή πώς το εννοούσε. Από πού κι ως πού ο σχεδόν άγνωστος Κερκυραίος με αποκαλεί «αγάπη»; Γιατί ο σερβιτόρος στη Μεσσηνία μου λέει «Τι να σου φέρω, μάνα μου»; Να προσβληθώ; Και μιας και πιάσαμε την εστίαση, τι να πρωτοσκεφτώ όταν ο σερβιτόρος ταβέρνας της Μάνδρας μου προτείνει να μου σερβίρει «χοντρό»…; Άλλη μια φορά που σοκαρίστηκα μπροστά στην ανάγκη μετάφρασης από ελληνικά στα ελληνικά και δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο ανακουφίστηκα όταν έγκαιρα μου εξήγησαν ότι «χοντρό» ονομάζουν το κρέας ώριμης προβατίνας!

Έτσι, μετά από διάφορες παραλίγο παρεξηγήσεις, κάθε τόσο μάθαινα καινούριες εκφράσεις του κάθε τόπου που με φιλοξενούσε, όχι μόνο λόγω της ανάγκης για επικοινωνία. Νομίζω πως ένας ακόμα λόγος ήταν η ανάγκη μου να γίνω αποδεκτή, να μην ακούγονται τα λόγια μου παράταιρα σε ένα μέρος που ήθελα να ενταχθώ. Αφού θα γινόμουν μέρος αυτής της κοινωνίας για κάποιο χρονικό διάστημα, δε θα έπρεπε να μπορώ να επικοινωνώ αποτελεσματικά, χωρίς τα λόγια μου να ξενίζουν; Αν ακούγομαι στους ντόπιους σαν ξένη, πώς θα ενταχθώ;

Και με αυτές τις σκέψεις αφέθηκα. Αφέθηκα στις γλωσσικές επιρροές του κάθε τόπου που με φιλοξένησε, παρατήρησα, υιοθέτησα εκφράσεις για λίγο ή πολύ ή για πάντα, γέμισα το λεξιλόγιό μου, αλλά και το μυαλό μου με εικόνες που αποθηκεύτηκαν στον σκληρό δίσκο των αναμνήσεών μου, μαζί με τους ήχους των καινούριων λέξεων. Έτσι όταν κάτι μου προκαλεί πολύ έντονα συναισθήματα, μπορώ να πω «τρελάθηκα» ή «ζουρλάθηκα» ή «βουρλίστηκα» ή «κουζουλάθηκα» ή ακόμα και να αναφωνήσω «Ρε, πλάκα με κάνει;». Μπορώ να πω ό,τι θέλω, όπως θέλω, το ίδιο πράγμα με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Μπορώ να αλλάξω ακόμα και την προφορά μου, ενώ θα λέω ακριβώς το ίδιο πράγμα: μπορώ να μιλώ τραγουδιστά σαν τους Κερκυραίους, να κόβω τα φωνήεντα σαν τους Ηπειρώτες, να τονίζω το «λ» σαν τους Θεσσαλονικείς ή να λέω «λι» και «νι» με το χαρακτηριστικό accent της Πελοποννήσου. Μπορώ να κάνω όλους αυτούς τους συνδυασμούς και άλλους πολλούς που δεν έχω γνωρίσει ακόμα. Μπορώ να τους κάνω από την μία άκρη της Ελλάδας ως την άλλη. Και με κάποιον τρόπο θα με καταλάβουν όλοι όσοι μένουν σε αυτή τη χώρα.

Βέβαια, ας το παραδεχτούμε. Πολύ συχνά είτε κοροϊδεύουμε αυτές τις εκφράσεις και τις προφορές, είτε –αν τις έχουμε κληρονομήσει- προσπαθούμε να τις αποβάλλουμε ή να τις κρύψουμε. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία αυτού που θέλω να πω. Γιατί το κάνουμε αυτό; Γιατί απορρίπτουμε επιδεικτικά στοιχεία της ταυτότητας μας όπως διαμορφώθηκαν εκεί που μεγαλώσαμε, που σπουδάσαμε, που δουλέψαμε ένα καλοκαίρι, που φιλοξενηθήκαμε για οποιονδήποτε λόγο; Γιατί κλείνουμε πεισματικά τα αυτιά μας σε ήχους από μέρη και ανθρώπους που μας αγκάλιασαν ή που, έστω, μοιραστήκαμε μαζί τους κάποιες στιγμές της ζωής μας; Αυτές οι διαφορετικές προσλαμβάνουσες, αυτοί οι διαφορετικοί ήχοι, οι καινούριες λέξεις για το ίδιο πράγμα, είναι πλούτος. Πλούτος γλωσσικός, πολιτισμός, προσωπικός μας πλούτος.

Κι εξηγούμαι. Πλουτίζω γλωσσικά γιατί μπορώ να περιγράψω το ίδιο πράγμα με πέντε διαφορετικούς τρόπους στην ίδια γλώσσα. Πλουτίζω πολιτισμικά γιατί μέσα από καινούριους ήχους και λέξεις, γνωρίζω στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού που δεν είχα δει μέχρι πρότινος, εικόνες, πρόσωπα, πράγματα και συνήθειες που αντικατοπτρίζονται στις λέξεις και φράσεις που υιοθετώ. Πλουτίζω και προσωπικά, γιατί νιώθω όμορφα όταν επισκέπτομαι ξανά αυτά τα μέρη και μιλώ –σχεδόν- όπως οι ντόπιοι. Νιώθω ότι υπήρξα αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της κοινωνίας που με φιλοξένησε και ότι δεν πέρασε ούτε μια μέρα από τότε που έφυγα. Ξυπνάω όλες τις αναμνήσεις που έχω κρατήσει μέσα μου από τα φοιτητικά μου χρόνια, κάθε φορά που ενώ είμαι στην Αθήνα λέω ότι «θα κάμω τάμα στον άγιο Σπυρίδωνα» για να καταφέρω κάτι. Γελάω μέσα μου κρυφά που καταβάλλω προσπάθεια κάθε φορά για να παραγγείλω «σάντουιτς» και όχι «σουβλάκι» στη Θεσσαλονίκη, γιατί θυμάμαι πόσες γκάφες έκανα μέχρι να το συνηθίσω αυτό όταν έμενα εκεί. Φωνάζω μες στο καταχείμωνο το μικρό μου ξαδερφάκι «μάνα μου» και μου ‘ρχεται στο στόμα αλμύρα από τα καλοκαίρια μπροστά στον Ψιλόβραχο. Απολαμβάνω να ακούω την Ηπειρώτισσα μάνα μου να με φωνάζει «τσούπρα μου». Γιατί έτσι με λέει μόνο η μάνα μου. Άντε και καμιά, δυο θείες από το χωριό.

Να μην τα πολυλογώ. Ας αγαπήσουμε τον πλούτο που έχουμε στα χέρια μας, τη γλώσσα μας. Έχει πολλές μορφές που είναι όλες δικές της. Είναι όλες δικές της και δικές μας, για την ακρίβεια, μιας και η μητρική γλώσσα μας είναι μέρος της πολιτισμικής μας ταυτότητας. Γι’ αυτό προτείνω την επόμενη φορά που θα επισκεφτείτε έναν ξένο, για σας, τόπο στην Ελλάδα, να προσπαθήσετε να μιμηθείτε την ντοπιολαλιά που θα συναντήσετε –έστω μόνο εκεί- και να γνωρίσετε μια νέα φράση. Και θα το διασκεδάσετε κατά την προσπάθεια, και θα φάτε το σουβλάκι/το σάντουιτς/την πίτα που επιθυμείτε, και θα έχετε φυλάξει ένα σουβενίρ άφθαρτο στο χρόνο∙ μια καινούρια λέξη, συνοδευόμενη από μια ανάμνηση.

Και μη ζουρλαίνεστε∙ πρωτευουσιάνοι θα παραμείνουμε όλοι. Καλά ταξίδια, γεωγραφικά αλλά και γλωσσικά!

*Photo by ipirotakis.gr

Ζωή Ρέστα