Από πότε θυμάσαι τον εαυτό σου να μαθαίνει μια ξένη γλώσσα…; Μήπως τον θυμάσαι να μαθαίνει ίσως και παραπάνω από μία…; Κάτι μου λέει ότι αυτή η ιστορία σου φαίνεται γνωστή. Είναι το προοίμιο όλων όσοι αργότερα αποφάσισαν να ασχοληθούν πιο “σοβαρά” με τις ξένες γλώσσες, τουτέστιν, να περάσουν τα καλύτερα φοιτητικά τους χρόνια συνδυάζοντας στο μυαλό τους ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και άλλες πολλές γλώσσες, αναλόγως την προτίμηση και την έφεση του καθενός.

Και έρχονται και σε ρωτάνε: «Ποια είναι τα ενδιαφέροντά σου; Τι κάνεις στον ελεύθερο χρόνο σου;» και για σένα η απάντηση έρχεται μηχανικά, χωρίς δεύτερη σκέψη, αφήνοντας  απ’ έξω άλλες ασχολίες, «Μαθαίνω ξένες γλώσσες!». Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει η αντίδρασή τους σε αυτήν σου την απάντηση, η οποία στην καλύτερη περίπτωση είναι ένα βλέμμα απορίας. Τι το ενδιαφέρον να βρίσκει κανείς άραγε στις ξένες γλώσσες για να αφιερώσει ένα κομμάτι της ζωής του, πόσο μάλλον του ελεύθερου χρόνου του, πονοκεφαλιάζοντας πάνω από λέξεις ακαταλαβίστικες, με διαφορετική γραφή, προφορά και σύνταξη; Εκ πρώτης όψεως το ερώτημα μοιάζει επιφανειακό αλλά απολύτως λογικό.

pic2Πόσες ώρες έχουμε σπαταλήσει προσπαθώντας να χωρέσουμε στο κεφάλι μας τις ιδιαιτερότητες της κάθε γλώσσας;  Θα μπορούσα να αναφέρω άπειρα ρητά, αποφθέγματα, you name it! (ε, να σκάσω και κάνα αγγλικό ντε!) που υπογραμμίζουν το νόημα της πολυγλωσσίας. Θα αρκεστώ μόνο σε ένα: “To να μαθαίνεις μια άλλη γλώσσα, δεν είναι μόνο το να μαθαίνεις διαφορετικές λέξεις για τα ίδια πράγματα αλλά το να μαθαίνεις έναν άλλον τρόπο σκέψης για τα πράγματα». Μέσα από μια ξένη γλώσσα αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μέσα από ένα διαφορετικό ζευγάρι γυαλιά. Έχουμε τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε πράγματα που τα θεωρούσαμε δεδομένα ή αμελητέα. Έτσι αποκτάμε συναίσθηση του ότι δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο, ότι δεν υπάρχει μόνο μία οπτική στο κάθε θέμα που προσεγγίζουμε και ότι μια διαφορετική ματιά μόνο ωφέλιμη μπορεί να αποδειχτεί.

12910916_10154082443349310_428291030_n

Υπήρξαν άλλοτε και φορές που καταφέραμε να βγούμε νικητές από το κομφούζιο των γλωσσών στο μυαλό μας, επιτυγχάνοντας έναν ανώτερο σκοπό: να την χρησιμοποιήσουμε σωστά και να καταφέρουμε να περάσουμε το μήνυμά μας σε κάποιον που δεν έχει την τύχη να γνωρίζει τα ελληνικά. Αυτός είναι και ο βασικός στόχος της πολυγλωσσίας. Να καταφέρουμε να επικοινωνούμε πάνω και πέρα από κάθε γλωσσικό χάσμα. Γιατί το να μπορείς να έρχεσαι κοντά σε ανθρώπους τη στιγμή που οι περισσότεροι αδυνατούν λόγω γλωσσικού χάσματος, σου δίνει μια υπερ-δύναμη (θα μου επιτρέψετε να την ονομάσω έτσι), ότι μπορείς να επιτύχεις κάτι που στα μάτια άλλων μοιάζει ακατόρθωτο: Να φέρεις κοντά ανθρώπους που φαίνονται τόσο διαφορετικοί. Κι αν όλα αυτά σας ακούγονται “ρομαντικά”, “θεωρητικά” και χωρίς πρακτική εφαρμογή τότε σίγουρα δεν έχετε βρεθεί σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον. Σε ένα “παρδαλό” γκρουπάκι ανθρώπων που ο καθένας να φέρει μαζί του ένα διαφορετικό χρώμα, μια διαφορετική γλώσσα. «Μίλησε σε έναν άνθρωπο σε μια γλώσσα που καταλαβαίνει, και θα σ’ έχει χαραγμένο στο μυαλό του. Μίλησέ του στη δική του γλώσσα, και θα σ’ έχει χαραγμένο στην καρδιά του» είχε πει κάποτε ο Νέλσον Μαντέλα κι εγώ δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω. Γιατί η ουσία της επικοινωνίας δεν έγκειται μόνο στο να περνάμε ξερά μηνύματα αλλά και στο να φέρνουμε κοντά ανθρώπους. Οπότε, την επόμενη φορά που θα συναντήσετε έναν τουρίστα στο δρόμο, κάντε το πείραμα να του μιλήσετε στη γλώσσα του, και μπορεί να εκπλαγείτε με τα αποτελέσματα!

Δήμητρα Αντωνίου