Μεταφράστε, μεταφράστε, μεταφράστε!

Μεταφράστε, μεταφράστε, μεταφράστε![1]

Ποια είναι η αποστολή του μεταφραστή (sic) στην εποχή που η πολυγλωσσία[2] φαίνεται να αποτελεί έναν από τους sine qua non όρους της ανθρώπινης επικοινωνίας; Μπορούμε να ορίσουμε το έργο της μετάφρασης ή ανήκει το επάγγελμα αυτό στα επονομαζόμενα  από τον S. Freud «αδύνατα» επαγγέλματα, όπως του δασκάλου, του πολιτικού και του ψυχαναλυτή; Η έννοια του «αδύνατου» αφορά στη δυσκολία να οριστεί με σαφήνεια το έργο αυτών, καθώς οι όροι τους σημαδεύονται ριζικά από την ίδια την πράξη – πρακτική και όχι μόνο από a priori θεωρητικές παραδοχές.

Στην εποχή της πολυγλωσσίας, δεν μπορούμε να σκεφτούμε τη γλώσσα χωρίς να σκεφτούμε τη μετάφραση της. Η «μεταφρασιμότητα» φαίνεται να αποτελεί μια ιδιότητα ήδη παρούσα στη δομή και άρθρωση κάθε γλώσσας, στη γραπτή και προφορική της μορφή. Τουτέστιν, μεταφράζουμε καθημερινά, ακόμη και τη μητρική μας γλώσσα προκειμένου να την κατανοήσουμε καλύτερα, κατά τον ισχυρισμό του G. Steiner στο βιβλίο του Μετά τη Βαβέλ. Η παραπάνω υπόθεση μπορεί να βρει μια τρανταχτή επιβεβαίωση της στη μεταφρασιμότητα της γλώσσας της τεχνικής και της τεχνολογίας. Πράγματι, οι σύγχρονες μορφές επικοινωνίας που μεσολαβούνται από τα τεχνικά μέσα, ενέχουν μεγάλη ευχέρεια στη μετάδοση και μετάφραση της πληροφορίας ακόμη και αν αυτή είναι σε γλώσσα που δεν γνωρίζουμε καλά, καθώς οι κώδικες και οι δομές των μέσων είναι κοινοί.

benjamin21Ωστόσο, η εξοικείωση με τους κώδικες των μέσων δεν λύνει το πρόβλημα της επικοινωνίας στα πολύμορφα περιβάλλοντά μας, καθώς πολλές φορές τείνει να οδηγεί σε εργαλειακή χρήση της γλώσσας. Όσον αφορά στο έργο της μετάφρασης, βλέπουμε ότι καθίσταται ιδιόμορφο όταν πρόκειται να επικοινωνηθεί ένα ξενόγλωσσο έργο τέχνης, όπως ένα ποίημα ή λογοτεχνικό βιβλίο. Εδώ δεν συναντούμε σημειακά στοιχεία όπως στο σύμπαν των τεχνικών εικόνων. Εδώ συναντούμε ανθρώπινες διηγήσεις, που φέρουν πολιτισμικές εγγραφές και ίχνη από την ιστορία ανθρώπων και τόπων διαφορετικών από τον δικό μας και συμπυκνώνονται σε σύνθετα γλωσσικά σύμβολα. Στο πλαίσιο αυτό η μετάφραση, από καθημερινό γλωσσικό αυτοματισμό, καθίσταται ιδιαίτερα απαιτητική διεργασία. Συχνά διαβάζουμε ξενόγλωσσα έργα «κακά» μεταφρασμένα και κάνουμε λόγο για αστοχία στην μετάδοση του «πνεύματος» του έργου, ακόμη και αν έχουμε αντιληφθεί το νόημα των γραφόμενων. Πώς γίνεται, λοιπόν, μια καλή μετάφραση;

Στο παρόν σημείωμα, τα παραπάνω ερωτήματα φωτίζονται από τις παραθέσεις του Walter Benjamin[3] στο δοκίμιο Η αποστολή του μεταφραστή, που συνέγραψε αναφερόμενος στη μεταφρασιμότητα ενός έργου τέχνης και με αφορμή τη γερμανική μετάφραση από τον ίδιο, της έκδοσης Tableaux Parisiens από τα «Άνθη του Κακού» του Charles Baudelaire.

Αρκετά αινιγματικά ο Benjamin υποστηρίζει το εξής:

«Η αποστολή του μεταφραστή […] είναι να ελευθερώσει μέσα στη δική του  γλώσσα εκείνη την «καθαρή» γλώσσα που βρίσκεται υπό την επήρειά της […] αναδημιουργώντας εξαρχής αυτό το έργο».

Η αποστολή αυτή έγκειται δηλαδή, στο να αναζητήσει κανείς πέρα από τις επιμέρους ιστορικές γλώσσες, την «καθαρή γλώσσα» που η κάθε γλώσσα φέρει μέσα της. Η ανάδειξη της «καθαρής γλώσσας» δεν αφορά, όπως θα το έθετε και ο γλωσσολόγος  Α. Φ. Χρηστίδης, σε  «γλωσσικό ηγεμονισμό», δηλαδή στο φαινόμενο της επικράτησης μιας «ισχυρής» γλώσσας έναντι των «ασθενέσθερων», δεδομένου ότι οι υπάρχουσες ανισότητες διαμορφώνονται ή και αντανακλώνται στις χρήσεις της γλώσσας. Η «καθαρή γλώσσα» αναφέρεται στην «αλήθεια» που επιδιώκουν να εκφράσουν όλες οι επιμέρους γλώσσες, οι οποίες, όπως ισχυρίζεται ο Benjamin, είναι «a priori συγγενείς ως προς αυτό που θέλουν να πουν». Αυτή η υπόθεση εξαρχής φαίνεται ασαφής και ανεπιβεβαίωτη, γιατί είναι αδύνατο να μπορέσουμε ν’ ανακαλύψουμε μια «ουσία» της γλώσσας, ακόμη και αν υποθέταμε ότι αυτή η ουσία υπάρχει.

Η παραίνεση αυτή εκ μέρους του Benjamin μπορεί να αποσαφηνιστεί αν εξετάσουμε τη γλώσσα και τη μετάφρασή της ως δομές ιστορικά επικαθοριζόμενες. Όπως γράφει: «[…]η μετάφραση είναι μια δομή. Προκειμένου να την αντιληφθούμε ως τέτοια πρέπει να επιστρέψουμε στο πρωτότυπο, αφού εκεί βρίσκονται οι νόμοι της μετάφρασης, αυτοί που καθορίζουν την μεταφρασιμότητα του». Ο ίδιος συλλαμβάνει τη ρευστότητα των σημασίων των λογοτεχνικών έργων στο χρόνο και στο χώρο, καθώς αυτές «αλλάζουν, όπως αλλάζουν και οι γλώσσες των μεταφραστών» και ενθαρρύνει τις νέες μεταφράσεις για την αναβίωση ενός έργου. Για να επιτύχουμε μια καλή μετάφραση οφείλουμε να μεριμνούμε για την «κατά λέξη απόδοση της σύνταξης», που «αναδεικνύει μάλλον τις λέξεις παρά τις προτάσεις ως το αρχικό και κύριο akunohana1στοιχείο του μεταφραστή». Για τον Benjamin, άλλωστε δεν πρέπει να ενδιαφέρεται κανείς για την μετάδοση του νοήματος του πρωτoτύπου, αλλά για «την ανακάλυψη εκείνης ακριβώς της πρόθεσης σε σχέση με τη γλώσσα στην οποία γίνεται η μετάφραση, η οποία θα ανακαλέσει μέσα στη γλώσσα της μετάφρασης την ηχώ του πρωτοτύπου». Από τη μία, λοιπόν μας καλεί να επιστρέφουμε στους κανόνες της γλώσσας του πρωτοτύπου, αναφερόμενος κυρίως στους συντακτικούς και από την άλλη, στην ίδια την υλικότητα των λέξεων, την ηχώ τους, με στόχο όχι την ανασημασιοδότηση, αλλά την αναμόρφωση της γλώσσας του μεταφράσματος προκειμένου να πλησιάζει την «αληθή» της μορφή ως προς τα στοιχεία που πασχίζει να επικοινωνήσει και είναι «συγγενικά» σε κάθε γλώσσα.

Ένα παραδοσιακό δίλημμα που προκύπτει και με το οποίο είναι αρκετά εξοιωμένοι/ες όσοι και όσες έχουν επιδοθεί στη μετάφραση λογοτεχνικών ή/και ποιητικών κειμένων είναι το εξής: Ελευθερία ή πιστότητα; Μπροστά στη διαλεκτική του Benjamin αυτό το δίπολο καταρρέει. Μια καλή μετάφραση πρέπει να «αγγίζει ανεπαίσθητα το πρωτότυπο και μόνο στο άπειρα μικρό σημείο του νοήματος, ύστερα ακολουθεί τη δική της πορεία σύμφωνα με τους κανόνες της πιστότητας στην ελευθερία της γλωσσικής ροής». Αυτή η πιστότητα στην ελευθερία αποκρυσταλλώνεται στο σχόλιο ενός σύγχρονου με τον Benjamin, Γερμανού στοχαστή του Rudolph Pannwitz. Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι ακόμη και οι καλύτερες των μεταφράσεων ξεκινούν διαπράττοντας ένα σφάλμα: «Θέλουν να κάνουν τα ινδικά, τα ελληνικά, τα αγγλικά γερμανικά, αντί να κάνουν τα γερμανικά ινδικά, ελληνικά, αγγλικά». Αυτό το αποδίδει στο γεγονός ότι οι (Γερμανοί) μεταφραστές παραμένουν πιστοί στη χρήση της δικής τους γλώσσας σε βάρος του πνεύματος των ξένων έργων. Το σφάλμα αυτό λοιπόν, έγκειται στο γεγονός ότι οι μεταφραστές τείνουν να «διατηρούν το συμπτωματικό επίπεδο στο οποίο εκδιπλώνεται η δική τους γλώσσα, αντί ν’ benjamin1αφήσουν τη γλώσσα τους να επηρεαστεί ισχυρά από την ξένη γλώσσα». Συνεχίζοντας, ισχυρίζεται πως ειδικά στην περίπτωση που κανείς μεταφράζει από μια γλώσσα πολύ μακρινή από τη δική του, «πρέπει να ανατρέχει πίσω στα πρωτογενή στοιχεία της ίδιας της γλώσσας και να διεισδύει στο σημείο εκείνο όπου ο λόγος, η εικόνα και ο τόνος συγκλίνουν». Πρέπει να επιδιώκει να δίνει έκταση και βάθος στη δική του γλώσσα μέσω της ξένης γλώσσας. Δεν είναι γνωστό σε ποιο βαθμό μπορεί κάθε γλώσσα να μεταμορφώνεται, καθώς αυτό πιθανόν εξαρτάται και από το πόσο διαφοροποιούνται οι γλώσσες μεταξύ τους. Πέραν των επιμέρους διαφορών οφείλουμε να «παίρνουμε στα σοβαρά κάθε γλώσσα και να μην την αντιμετωπίζουμε επιφανειακά».

Τα παραπάνω μοιάζουν αρκετά περίπλοκα για να απαντήσουν στο «τι να κάνουμε» μιας καλής μετάφρασης. Για αρχή, ας ξαναστοχαστούμε τα λογοτεχνικά έργα με την υπόθεση της «γλωσσικής συγγένειας» του Benjamin ακόμη και αν δεν επιβεβαιώνεται. Τουλάχιστον, διατηρεί το αίνιγμα του «τι θέλουν να πουν οι γλώσσες…». Στη συνέχεια, ας ανοιχτούμε στα ξένα γλωσσικά μονοπάτια, με αγάπη για την πρώτη ύλη της γλώσσας: τις λέξεις, τις δικές μας και των άλλων. Ας αφήσουμε, λοιπόν, τις λέξεις του κειμένου να «ακουστούν», για να αναδυθεί το «πνεύμα», η πνοή του έργου και να μπορέσουμε να ξαναδιαβάσουμε το «ίδιο», αλλιώς…Μέσα από αυτή τη διαδρομή, με όπλο την κριτική σκέψη ας…μεταφράσουμε, μεταφράσουμε, μεταφράσουμε!

Ελεονώρα Γκουσιάρη

[1] Ο τίτλος είναι παράφραση της ρήσης «Μελετήστε, μελετήστε, μελετήστε» που αποδίδεται στον Β.Ι. Λένιν. Ο Slavoj Zizek έχει αναφέρει ανεκδοτολογικά ότι επί σοσιαλισμού, αυτή ήταν η συμβουλή του Λένιν προς του νέους, η απάντησή του στο τι έπρεπε να κάνουν.

[2] Η πολυγλωσσία αναφέρεται στην ύπαρξη, γνώση ή χρήση παραπάνω από δύο γλωσσών και αποκρυσταλλώνεται στις γλωσσικές πρακτικές των σύγχρονων κοινωνιών. Το ζήτημα της πολυγλωσσίας, είναι ιδιαίτερα σύνθετο, αντικείμενο ευρύτερων γλωσσικών πολιτικών. Η διαμόρφωση πολυγλωσσικών κοινωνιών υπήρξε κατά βάση πολιτική και πολιτιστική υπόσχεση της Ευρωπαϊκής ηπείρου άρρηκτα συνυφασμένη με το όραμα της πολυπολιτισμικότητας. Για μια πιο εμπεριστατωμένη συζήτηση βλ. εδώ και για μια αντιπαραθετική άποψη εδώ.

[3] Ο Walter Benjamin (1892-1940), γερμανός στην καταγωγή, υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς στοχαστές του 20ου αιώνα. Ήταν φιλόλογος, μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας, φιλόσοφος και δοκιμιογράφος. Συνδέθηκε με την Κριτική Θεωρία της Σχολής της Φρανκφούρτης και το λεγόμενο ρεύμα του φροϋδομαρξισμού. Υπήρξε σφοδρός πολέμιος της ναζιστικής ιδεολογίας, επισημαίνοντας διαρκώς τον κίνδυνο που διατρέχουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες και ο δυτικός πολιτισμός από την εξάπλωσή αυτής. Αυτοκτόνησε το 1940 όταν διέσχιζε τα γαλλοϊσπανικά σύνορα επιχειρώντας να διαφύγει από τους Ναζί.