Νέα γερμανική γραμματική

«Στα φινλανδικά το γνωρίζω λέγεται tietää, και tie σημαίνει δρόμος, οδός. Γιατί για μας τους Φινλανδούς η γνώση είναι ο δρόμος, το μονοπάτι που μας οδηγεί έξω από το δάσος, στο φως του ήλιου […]» – Diego Marani, Νέα Φινλανδική Γραμματική

 

maraniΣτο μυθιστόρημα Νέα Φινλανδική Γραμματική ο Diego Marani αφήνει τον Σάμπο Κάργιαλαϊνεν να διηγηθεί την παράδοξη ιστορία του. Όταν στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το πλοίο “Τίμπιγκεν” περισυλλέγει στα ανοιχτά της Τεργέστης έναν στρατιώτη αγνώστων στοιχείων, ο Φινλανδός γιατρός Πέτρι Φρίαρι, εξόριστος για χρόνια στη Γερμανία και χωρίς καμία ελπίδα επιστροφής στην λατρεμένη του πατρίδα, στηρίζεται στο όνομα “Σάμπο Κάργιαλαϊνεν”, γραμμένο στο αμπέχονο του στρατιώτη, για να πιστέψει ότι επιτέλους συναντά ένα συμπατριώτη του. Έναν συμπατριώτη του που όταν βγαίνει από το κώμα συνειδητοποιεί ότι έχει χάσει κάθε γλωσσική δεξιότητα, μέχρι και τη δυνατότητα να προφέρει τους ήχους (λιγότερο ποιητικά: τις ελάχιστες φωνητικές μονάδες). Ο Σάμπο Κάργιαλαϊνεν καλείται να μάθει εξαρχής τη γλώσσα, που ο γιατρός του την έδωσε φινλανδική, και να συμφιλιωθεί με το γεγονός ότι στη νέα του ζωή δεν υπάρχει πια η μνήμη της παλιάς. Χωρίς μνήμη, η δοσμένη ως μητρική γλώσσα τού μοιάζει ξένη.

Φτάνοντας στο Ινστιτούτο Γκαίτε για να λάβουμε μέρος στο Cooperative Translation Workshop είχαμε σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι του Σάμπο Κάργιαλαϊνεν: γνωρίζαμε τουλάχιστον ελληνικά και αγγλικά, και θα τολμήσω να πω εξ ονόματος όλων ότι είχαμε τις αναμνήσεις μας ανέπαφες. Ο σκοπός μας ήταν να αποκτήσουμε γνώσεις γερμανικών από το μηδέν, και ο δρόμος, η οδός προς τη γνώση αυτή θα ήταν η μετάφραση.  Το έργο προς μετάφραση ήταν ένα εικονογραφημένο, έμμετρο παραμύθι του Wilhelm Busch, η ιστορία ενός ενοχλητικού διαβολάκου που τόλμησε να ενοχλήσει έναν διαβολεμένο σιδερά.

Ήδη με την παρατήρηση του κειμένου ξεκίνησε η κατάδυση: παρατηρώντας το σχήμα των γραμμάτων να μπλέκεται με τις εικόνες και προσπαθώντας να βρω δεσμούς μεταξύ τους, γύρισα στην παιδική μου ηλικία, στα βιβλία που μου διάβαζαν οι γονείς και οι παππούδες και που αποστήθιζα ευλαβικά με τη βοήθεια των εικόνων, χωρίς αυτοί να το καταλαβαίνουν. Μετά όμως, μου αρκούσε να δω μοναχά την εικόνα για να καταλάβω αν ο αφηγητής, λόγω κούρασης ή βαρεμάρας, παρέλειπε έστω και πέντε λέξεις, και να του το επισημάνω. Με τον καιρό συνειδητοποίησα ότι τα γράμματα, παρά την αυθαιρετότητά τους, δεν διαφέρουν πολύ από τις εικόνες, και έτσι άρχισα να διαβάζω. Όλες αυτές οι αναμνήσεις ήρθαν να βρουν τη θέση τους στο κείμενο του Busch, ντύνοντας τις λέξεις με σημασία πρώτα χάρη στη σύνδεσή τους με την εικόνα, μετά χάρη στη ρίμα.

Screenshot_6 Screenshot_7

Μόλις αναδύθηκα από την αναζήτηση στις αναμνήσεις, παρατήρησα ότι κάτι παρόμοιο συνέβαινε και στα υπόλοιπα μέλη της ομάδας: όπως θα έκαναν οι τετράχρονοι εαυτοί μας, προσπαθούσαμε να ψάξουμε στη μνήμη μας για ήχους παρόμοιους με αυτούς που βλέπαμε στο χαρτί. Στην αρχή ήταν λέξεις που από κάπου γνωρίζαμε (klein, Grossmüter), έπειτα λέξεις που κάτι θύμιζαν (ist), και στη συνέχεια μαντεψιές με βάση τα κομμάτια του παζλ που είχαμε ήδη βρει. Το ερευνητικό μας δαιμόνιο έφερε στην επιφάνεια την ύποπτα στενή σχέση μεταξύ der και den, ενώ οι λέξεις που ξεκινούσαν με κεφαλαίο γράμμα έπαψαν να φαίνονται άναρχη τυπογραφική επιλογή και έφτασαν να σημασιοδοτούν τα ουσιαστικά. Οι εικόνες που συνόδευαν το κείμενο επιβεβαίωναν ή διέψευδαν τις υποθέσεις μας και ξέραμε ότι στη συνέχεια θα μας ζητούσαν αντάλλαγμα για τη βοήθεια αυτή, αφού θα έπρεπε να μείνουμε πιστοί σε αυτές κατά τη μετάφραση. Σύντομα φτάσαμε να μπορούμε να καταλάβουμε σχεδόν όλες τις λέξεις και να εκφράζουμε υποθέσεις σχετικά με τη γραμματική και τη σύνταξη. Η αυτοπεποίθηση μεγάλωνε όσο οι υποθέσεις επιβεβαιώνονταν, είτε από επαναλήψεις στο ίδιο το κείμενο, είτε από το λεξικό και τις γερμανόφωνες συντονίστριες του σεμιναρίου.

Την ίδια όμως στιγμή, η ανυπομονησία να ξεκινήσει η μετάφραση απλωνόταν στο τραπέζι μας σαν φαγούρα. Ψάχνοντας να βρούμε τη ρίμα και το ρυθμό και παρατηρώντας την κάθε εικόνα αναγκαζόμασταν να επιστρέψουμε στη γλώσσα αυτή καθαυτή και να επαληθεύσουμε ότι μεταφράζουμε πιστά ή ότι τουλάχιστον δικαιολογούμε την απιστία μας. Στίχο το στίχο γνωριζόμασταν  καλύτερα και γινόταν πια εμφανές ότι, ενώ όλοι είχαμε καταλάβει τα ίδια νοήματα, ο καθένας τα απέδιδε με διαφορετικό τρόπο στα ελληνικά. Οι στίχοι που μας δυσκόλευαν περισσότερο ήταν τελικά αυτοί που μας δίδασκαν τα περισσότερα: μας έκαναν να αναρωτιόμαστε για τους ακριβείς συντακτικούς κανόνες, να ανατρέχουμε τόσο στο γερμανικό όσο και στο ελληνικό λεξικό για να διαλευκάνουμε τις διαφορές ανάμεσα σε κάθε εργαλείο των σιδηρουργών, να ψάχνουμε να βρούμε ισοδυναμίες.

Εν τέλει, όμως, μάθαμε γερμανικά; Αν η γλώσσα ήταν ταινία, θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι είδαμε μόνο μια σκηνή – ή και ακόμα λιγότερο: ένα καρέ από μια σκηνή. Το σίγουρο όμως είναι ότι παρατηρήσαμε με μεγάλη προσοχή αυτό το ένα καρέ, παρατήρηση που οφείλουμε στην μεταφραστική διαδικασία. Χάρη σε αυτή μπορέσαμε να θέσουμε ερωτήματα όχι μόνο για τη γερμανική γλώσσα, αλλά και για τη μητρική μας, χτίζοντας γέφυρες ή, όπως θα έλεγε και ο Nida, αναζητώντας ισοδυναμίες. Χάρη σε αυτήν, όταν τρεις εβδομάδες μετά παρευρέθηκα σε μια ομιλία που εκφωνήθηκε στα γερμανικά, για πρώτη φορά μπορούσα να καταλάβω ομάδες λέξεων και να μαντέψω με σχετική ακρίβεια το νόημα, στηριζόμενη ακριβώς στα ίδια στοιχεία που λειτούργησαν ως άγκυρες και στη μετάφραση: κύρια ονόματα, λέξεις κατά κάποιον τρόπο οικίες, μια συντακτική δομή που υπαγορεύει ότι το ρήμα βρίσκεται στο τέλος της πρότασης. Έτσι, μπορώ να πω ότι στην περίπτωσή μου επιβεβαιώνεται το ότι η μετάφραση μπορεί να λειτουργήσει και ως ένας από τους πιθανούς δρόμους για την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας – ή, με τα λόγια του Marani: «Τελικά είναι αλήθεια πως η γνώση δεν είναι παρά ένας δρόμος και οι πιθανοί δρόμοι που μπορεί να πάρει κανείς είναι πάρα πολλοί.»

Ελένη Βλάχου